Ολα τα νέα, ειδήσεις, παρουσιάσεις γύρω από τις Vintage μοτοσυκλέτες, τις Custom κατασκευές, τα Bobber, τα Cafe Racer το στυλ και την κουλτούρα τους.

Το(ν) παίρνεις και γέρνεις

0

Γιατί αν είναι να μην γείρεις, γιατί να το πάρεις; Θα μου πεις, στις ευθείες μπαίνω στο λούκι και δεν με πιάνει η κίνηση. Εσένα δεν σε πιάνει, αλλά πιάνει όλους εμάς τους υπόλοιπους πίσω σου αφού πας σα νταλίκα στην Κυψέλη.

Φτάνεις στα δύο τελευταία ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και αντί να μπεις ανάμεσά τους, σταματάς, ΤΕΛΕΙΩΣ ΛΕΜΕ. Κατεβάζεις κάτω ποδαράκια και ζυγίζεις φάση. Και αφού είσαι στο έμπα του λουκίου (πως κλίνεται επιτέλους αυτή η κωλολέξη χωρίς να ακούγεται αλαμπουρνέζικη) και σκέφτεσαι «Χωράνε οι καθρέφτες; Τα φέρινγκ, το αυτοκινητάδικο ταμπλό;» και όλη η πλαστικούρα που θυμίζει λεκάνες σε λαϊκή; (για σκούτερ μόνο).

Και όσο σκέφτεσαι του μπει ορ νοτ του μπει στο λούκι, οι followers σου είναι σε παράκρουση. Ο ένας άργησε στη δουλειά και  βλέπει την απόλυσή του με mail, ο άλλος τον καλύτερό του φίλο να πηδάει τη γυναίκα του, η οποία θυμάται όλες τις γιορτές και επετείους, αλλά ξεχνάει ότι κάθε πρωί φεύγοντας βάζεις το mobile view και τσεκάρεις το σπίτι από το κινητό.

Ναι, αλλά πάντα με γοήτευαν τα μηχανάκια. Κι εμένα τα αεροπλανοφόρα, αλλά δεν το αγόρασα αφού δεν μπορεί να μπει στο Πασσαλιμάνι που έχω μόνιμη θέση.

Και τέλος πάντων είτε πήρες σκούτερ είτε μοτοσυκλέτα, κάποτε πρέπει να γέρνεις. Όχι, μην το πάρεις προσωπικά και μη νομίζεις ότι σου κάνω bulling σχετικό με τον σεξουαλικό σου προσανατολισμό. Ισχύει και για τις γυναίκες. Πρέπει να γείρεις γιατί κάποτε τελειώνει η ευθεία. Ευτυχώς γιατί αλλιώς θα ήμασταν στη Νεβάδα και θα οδηγούσαμε Harley.

cstcar

Και σε φτάνω στις τελευταίες στροφές της Επιδαύρου με το αυτοκίνητο. Φορτωμένος με γυναίκες παιδιά, σκυλιά, φουσκωτά και κουβαδάκια και όλοι ζαλίζονται. Ζαλίζεται η γυναίκα, τα παιδιά, το σκυλί, η γιαγιά, μέχρι και το κουβαδάκι ψάχνει κουβά να ξεράσει. Και προσπαθώ να πάω γρήγορα χωρίς να καταλάβουν τίποτα οι υπόλοιποι. Παίρνω ανοιχτά, γλυκά, αλλά με φόρα τις κάθε στροφή. Περνάω νταλίκες, γύφτικα ντάτσουν φορτωμένα με πλαστικές καρέκλες, πολυμορφικά, υβριδικά, οικογενειακά και είμαι να πέσω στα βαρβιτουρικά. Γιατί όλα αυτά πρέπει να γίνουν χωρίς να καταλάβει κανείς ότι τρέχω και να ζαλιστεί. Κι έχω και τον κόφτη δίπλα μου: «Κόψε, κόψε, κόψε», τι να κόψω, δεν έμεινε τίποτα να κόψω, κωλοσούρνωντας πηγαίνουμε. Σε λίγο θα μας περνάνε και τα τρακτέρ που βγαίνουν από την Επίδαυρο φορτωμένα με πορτοκάλια. Jesus!

Και παρ’όλα αυτά, αλλάζω ταχύτητες τόσο γλυκά λες και έχω Tesla και τρώω τον δίσκο για να πατινάρει και να μην γονατίσει στο κατέβασμα και με το που κατεβάζω για προσπέραση είτε ανοίγω το ράδιο δήθεν να κάνουμε κέφι, είτε λέω στη μάνα μου πόσο της πάει το καπέλο για την παραλία που επιμένει να φοράει και μέσα στο αυτοκίνητο κι εγώ δεν βλέπω Χριστό από τον μεσαίο καθρέφτη.

Διάσπαση προσοχής και προσπέραση, διάσπαση προσοχής και προσπέραση, έχω πάει έτσι Αθήνα Καστοριά και όλοι έκλαιγαν, πεινούσαν, ήθελαν στάση. Αλλά τι να κάνεις. Η μηχανή πρέπει να περιμένει.

Η δικιά μου μηχανή πρέπει να περιμένει μέχρι να μεγαλώσουν τα μούλικα… και να μου την πάρουν!!! (εντάξει, πάντα υπάρχει η ελπίδα να πάνε εξωτερικό να μείνουν και να το γλιτώσεις το μηχανάκι, λέμε τώρα).

cst-sv2

Η δικιά σου μηχανή όμως ρε φίλε τι περιμένει; Σε βλέπω από μακριά καθώς σε φτάνω, όρθιο στην κορυφή της στροφής να στρίβεις με δόσεις. Ρε μάστορα δεν είναι στεγαστικό, ξάπλωσέ την να προχωρήσουμε. Όχι. Εκεί, όρθιος εσύ, όρθιο το γκομενάκι, όρθια η καινούρια μπαγκαζιέρα, με τις στολές σας, τα κράνη σας, κομπλέ. Και σε φτάνω και βλέπω την 190άρα λαστιχάρα σου μαύρη στο κέντρο σα να κάνεις dragster και αντιλαμβάνομαι ότι μέχρι να βγούμε σε ευθεία θα μας φτάσουν και κάτι ποδηλάτες που πέρασα.

Και δεν μπορώ και να σε περάσω ο οικογενειάρχης (μωρέ μια χαρά μπορώ) γιατί υπάρχει η πιθανότητα να τρομάξεις και να τσακιστείς στα βράχια δεξιά ή στον γκρεμό αριστερά. Ακούγεται κάπως, το ξέρω, αλλά δεν στόχευα σε πολιτικό υπαινιγμό.

Θα μου πεις, φοβάσαι. Ανθρώπινο, κατανοητό, το έπαθα κι εγώ μερικά χρόνια πριν όταν μου πρότειναν να ανέβω σε άλογο. Όταν φτάσαμε κοντά του και κατάλαβα ότι η σέλα βρίσκεται πάνω από το ύψος μου, ρώτησα ευγενικά τον ιπποκόμο: «Φρένα έχει»;

Αν φοβήθηκα λέει; Χέστηκα πάνω μου και φυσικά δεν ανέβηκα. Μέχρι γαϊδούρι, μπορώ. Αλλά δεν πήρα το άλογο να βγω στην παραλία να το παίξω Βόγλης και να ποδοπατήσω όλες τις ημίγυμνες ηλιοθεραπίζουσες μουλιάζοντας τις καινούριες τους πετσέτες με αίμα και αντηλιακό. Όχι. Έκατσα στ’ αυγά μου αντί να πάρω το ρίσκο να πέσω από εκεί πάνω και να γίνω θρύψαλα ή να ποδοπατήσω ξαπλώστρες, φρέντο καπουτσίνο και γυναικόπαιδα.

Εσύ όμως φοβάσαι να γείρεις αλλά θες και Επίδαυρο. Θα μου πεις να μην πάω διακοπές εγώ; Να πας. Στην Υλίκη. Στο Θεσσαλικό κάμπο. Στη Νεβάδα. Τι μου ‘ρθες εδώ μπροστά μου με το 1000 και κόβεις τιμονίτσες τιμονίτσες, σα να αφήνεις διακριτικές κλανίτσες; Καλά ρε πούστη μου. Ποδήλατο δεν είχατε μικροί;

SON: Μπαμπά, κακά.

MOI: Έτσι κι αλλιώς με 30 πάμε, δεν βγάζεις τον κώλο σου από το παράθυρο να τελειώνουμε;

WIFE: Trifon. Bad word. Very bad word.

MOI: Το καντήλι μου… (φυσικά από μέσα μου, δεν είναι καιρός για ηρωισμούς).

-Εντάξει, σταματάω,  ΛΥΣΣΑΞΑΤΕ!!!.

Κείμενο: Τρύφωνας Καραβούλιας

Share.

Leave A Reply

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.